|

Κείμενο-Επιμέλεια: Νικόλαος Β.Παππάς, ΜΑ Αρχαιολόγος.
Η Αίθουσα Τέχνης «Θωμάς Π. Μποντίνας» στεγάζεται σε διώροφο σύγχρονο οίκημα επί της Λεωφόρου Ειρήνης 80, στο κέντρο της πόλης της Πρέβεζας. Αποτελεί μια αξιέπαινη προσφορά της οικογένειας Παναγιώτη Μποντίνα προς τους κατοίκους της πόλης, αφιερωμένη στη μνήμη του γιου τους Θωμά, σκηνοθέτη και γεωπόνου, που έφυγε άωρα και άδικα από τη ζωή το 1998. Παραδόθηκε για πολιτιστική χρήση στους πολίτες της Πρέβεζας στις 30 Σεπτεμβρίου 2006.
Εδώ, φιλοξενήθηκαν και οι δύο αξιόλογες εκθέσεις που διοργάνωσε το Ίδρυμα «Ακτία Νικόπολις»:
- η έκθεση φωτογραφίας του Σπύρου Μελετζή, από τις 24 Μαρτίου έως τις 27 Μαΐου 2007, με θέμα «Ελλάδα & Έλληνες», και
- η έκθεση χαρτών, με θέμα «Το Ιόνιο πέλαγος. Χαρτογραφία και ιστορία. 16ος - 18ος αιώνας», σε συνεργασία με το Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τράπεζας, από τις 22 Οκτωβρίου 2008 έως τις 22 Φεβρουαρίου 2009.
«Ελλάδα & Έλληνες»
Ο Σπύρος Μελετζής έρχεται στην Πρέβεζα το 1937, σε ηλικία 31 χρόνων, για να ξεκινήσει επαγγελματικά την καριέρα του ως φωτογράφος. Ενθουσιάστηκε τόσο από την ύπαιθρο της Ηπείρου, όταν την πρωτοαντίκρισε στο γαμήλιο ταξίδι του, που άφησε τη δουλειά του στο φωτογραφείο του Μπούκα στην Αθήνα και ξεκίνησε την περιοδεία του στην Ήπειρο. Πρώτος σταθμός η Πρέβεζα.
«[...] αγαπούσε τούτο τον τόπο πολύ∙ πάρα πολύ. Το 'λεγε και το ξανάλεγε στις συχνές επισκέψεις του στην πόλη μας. Θύμισες από τα χρόνια του '37; Θύμισες από τα παιδικά του χρόνια στο νησί του, την Ίμβρο; Ποιος να ξέρει; [...]», αναρωτιέται ο Ν.Δ.Καράμπελας, Πρόεδρος του Ιδρύματος «Ακτία Νικόπολις» που επιμελήθηκε και την έκθεση.
Η αφήγηση, ωστόσο, του ίδιου του δημιουργού για την παραμονή του εδώ όχι μόνο διακρίνεται για την γλαφυρότητά της αλλά, γοητευτική και συναρπαστική καθώς είναι, ξεπερνά κάθε προσδοκία:
«Η περιοδεία στην Ήπειρο ξεκίνησε τον Ιούλιο του 1937. Κράτησε 22 μήνες. Ποτέ δεν χρησιμοποίησα μουλάρια. Όταν δεν υπήρχε λεωφορείο, πήγαινα με τα πόδια. Με τα πόδια και φορτωμένος στην πλάτη δεκατέσσερα με δεκαπέντε οκάδες φορτίο: πλάκες, μηχανές... Είχα κι ένα σιδερένιο τριπόδι που πήγαινε τρεις οκάδες. Πρωτόγονα μέσα, βάσανο όσο δεν παίρνει. Τα θυμάμαι τώρα και λέω, τόσο βλάκας ήμουνα ή η υπερβολική αγάπη και ο ενθουσιασμός για τη φωτογραφία με έκαναν να μη σκέπτομαι τίποτα; Ύστερα, ήταν και τα λεφτά. Με 15.000 ξεκίνησα από την Αθήνα για να κάνω την περιοδεία και ξόδεψα τα περισσότερα για το σκοτεινό θάλαμο, να πάρω υλικά, να πάρω το ένα, το άλλο. Οπότε, πήγαμε στην Πρέβεζα με 2.000. πληρώσαμε ενοίκιο για το εργαστήριο, ένα πρόχειρο εργαστήριο, πληρώσαμε για το σπίτι, από 500 δραχμές νομίζω ήταν, μας έμεινε ένα χιλιάρικο. Το φάγαμε. Έφτασε κάποια στιγμή που μείναμε νηστικοί. Πάω το μεσημέρι στο σπίτι και να υπάρχει μόνο ένα ξεροκόμματο και λίγο λάδι. Λέω στην Ιουλία να το κόψουμε φέτες να το τηγανίσουμε με το λάδι, να ρίξουμε και λίγο αλάτι και να το φάμε. Το βράδυ, είπαμε βράδυ είναι, θα περάσει. Ξημερώνει η άλλη μέρα και δεν είχαμε πια τίποτα. Οπότε το μεσημέρι βγάζει η Ιουλία και μου δίνει ένα πεντακοσάρικο. Μεγάλη υπόθεση εκείνη την εποχή. Μου λέει, πάρε αυτό το πεντακοσάρικο και κοίταξε να πορευτούμε με οικονομία, για μου το έδωσε η μάνα μου και μου είπε: «Αυτός ο παλαβός θα σ' αφήσει καμμιά ώρα στο δρόμο, να 'χεις τουλάχιστον τα ναύλα σου να γυρίσεις πίσω».
Tο χαλάσαμε και το πεντακοσάρικο. Μείναμε πάλι χωρίς χρήματα, οπότε βγάζει άλλο ένα πεντακοσάρικο η Ιουλία: «Χιλιάρικο μου είχε δώσει η μάνα μου, αλλά τώρα σου ορκίζομαι, δεν έχω τίποτα. Λοιπόν, κανόνισε την πορεία σου, εγώ θα σηκωθώ να φύγω, θα γυρίσω στην Αθήνα!». Της λέω, κάτσε και θα δούμε τέλος πάντων, μπορεί ν' αλλάξουν τα πράγματα. Και πραγματικά άλλαξαν την ημέρα του αγίου Δημητρίου. Γιόρταζε η Πρέβεζα την απελευθέρωσή της. Ήρθαν λοιπόν κάτι παιδιά από το γυμνάσιο και μου λένε: «Αύριο θα έχουμε παρέλαση και θέλουμε να μας βγάλεις φωτογραφίες». Υλικά είχα. Γεμίζω όλα τα σασσί με πλάκες, παίρνω και τη μηχανή που είχα 24Χ30 -μ' αυτή φωτογράφιζα και τα πρόσωπα... όχι καμμιά μάρκα, μια ξύλινη ήταν, ένας καρνάβαλος! Τη γεμίζω κι αυτή με πλάκες, ό,τι μεγέθη είχα, και παίρνω και μια άλλη μικρότερη, μια 10Χ15 με φακό Τσάις. Αυτή η μικρή μού είχε πέσει μέσα στη θάλασσα της Πρέβεζας και την έστειλα στα Γιάννινα για επισκευή. Ήθελα μια μέρα να κάνω το «βράχο και το κύμα» και όπως κοίταζα, έρχεται ένα κύμα χωρίς να το περιμένω, φάπ! μου δίνει μία και πέφτει η μηχανή στη θάλασσα. Στράβωσε. Από τη μια νετάριζε, από την άλλη όχι. Φλου αρτιστίκ δηλαδή! Τέλος πάντων, υπήρχε ένας φάρος μπροστά στο δημαρχείο και από πάνω είχε ένα πλατώ. Ανεβάζω τη μηχανή, την 24Χ30, τη στήνω και αρχίζω να φωτογραφίζω την παρέλαση. Ο κόσμος μ' έβλεπε και έλεγε: «Πω πω, ένας φωτογράφος απ' την Αθήνα! Βλέπετε τι μηχανή έχει και φωτογραφίζει;» Εμένα μου ερχόταν να γελάω κι απ' την άλλη έλεγα πως έχει κι άλλους ζουρλούς ο κόσμος, δεν ήμουν ο μόνος, κι άντε να δούμε τι θα βγει στο τέλος.
Έξω από την Πρέβεζα υπήρχε ένα κεντράκι, η «Βρυσούλα», εκεί που ήταν ο δημοτικός κήπος. Είχα νοικιάσει ένα μέρος του καφενείου και το έκανα σκοτεινό θάλαμο. Ήταν ένας σκοτεινός θάλαμος τέλειος. Μπορούσα να τυπώνω φωτογραφίες, να 'χω ηλεκτρικό, μεγεθυντική μηχανή, λεκάνες, τα πάντα. Εκεί άλλαζα τις πλάκες, εκεί έκανα τις εμφανίσεις και μέσα στο καφενείο φωτογράφιζα κιόλας. Αλλά ακόμα δεν είχα πελάτες. Εκείνη όμως την ημέρα, καθώς με έβλεπαν να φωτογραφίζω, δεν ξέρω πώς, διαδόθηκε αμέσως: «Ξέρετε αυτός είναι σπουδαίος φωτογράφος, τον έχει στείλει ο Τουρισμός να φωτογραφίσει διάφορα τοπία της Πρέβεζας».
Κάποτε τέλειωσε η παρέλαση και θα 'πρεπε να πάω στο εργαστήριο. Έρχεται όμως κάποιο παιδί και μου λέει ότι στο λιμάνι είναι ένα πολεμικό καράβι που θα μας πάει μέχρι την Αμφιλοχία τζάμπα και θα μας γυρίσει. Τι μου 'ρθε τώρα εμένα; Αντί να γυρίσω στη Βρυσούλα, να πάω στην Αμφιλοχία. Παίρνω τη μηχανή και μπαίνω στο καράβι. Για καλή μου τύχη, το καράβι πήγε κανα-δυό μίλια και άρχισε να χαλάει η μηχανή, οπότε ξαναγυρίζει στην Πρέβεζα. Μόλις βγαίνω έξω, βλέπω ένα γνωστό μου παιδάκι, που το είχε στείλει η Ιουλία, να κλαίει: «Κύριε Σπύρο, όλος ο κόσμος είναι πάνω στη Βρυσούλα και σας περιμένει να τους φωτογραφίσετε και η κυρία Ιουλία κλαίει». Γυρίζω αμέσως στη Βρυσούλα και τι να δω; Παράταξη ο κόσμος, να περιμένει να τον φωτογραφίσω. Η δε Ιουλία να μην μπορεί να κρατηθεί από τα κλάματα. Καλά, της λέω, γιατί κλαις; «Εδώ δεν έχουμε δραχμή και συ τρέχεις και πηγαίνεις ταξίδια με το καράβι. Και να περιμένει ο κόσμος να φωτογραφηθεί!» Πιάνω λοιπόν τσάκα τσάκα να φωτογραφίζω και μαζεύω εκείνη την ημέρα 3.700 δραχμές! Θα περνούσαμε μήνες μ' αυτό το ποσό.
Η δουλειά μεγάλωνε, οπότε μέσα σε τεσσερισήμισι μήνες μου περίσσεψαν πολλά λεφτά. Τρώγαμε και πίναμε πλουσιοπάροχα. Λέω στην Ιουλία: «Θα φύγουμε τώρα». Και πού θα πάμε;» «Θα πάμε στην Άρτα. Το πρόγραμμα δεν ήταν να 'ρθω να κάνω λεφτά εδώ, αλλά να περιοδεύσουμε όλη την Ήπειρο, να φτιάξουμε το Πανηπειρωτικό Λεύκωμα». Άρχισε πάλι τα κλάματα: «Τώρα που στρώσαμε τη δουλειά θα σηκωθούμε πάλι να φύγουμε, να πάμε στην Άρτα που δεν ξέρουμε κανένα;» «Θα τους μάθουμε», της λέω. Φορτώνουμε τα πράγματά μας λοιπόν σ' ένα αυτοκίνητο και μια και δυο στην Άρτα. Άγνωστοι».
Δίχως άλλο, ο μοναδικός αυτός άνθρωπος, που δίκαια η Πρέβεζα τον τίμησε, απονέμοντάς του, όσο ακόμα ήταν στη ζωή (1986), με το μετάλλιο της πόλης, δεν μπορεί παρά να είχε να επιδείξει κι ένα έργο λαμπρό. Το έργο αυτό παρουσιάστηκε, από τις 24 Μαρτίου έως τις 27 Μαΐου 2007, στην εξαίρετη ομολογουμένως έκθεση που διοργάνωσε το Ίδρυμα «Ακτία Νικόπολις», με τα καλύτερα δείγματα της πολύχρονης δουλειάς του αείμνηστου φωτογράφου όχι μόνο από την Πρέβεζα και την Ήπειρο, αλλά και την υπόλοιπη Ελλάδα. Σκοπός των εμπνευστών του Ιδρύματος ήταν η γνωριμία από κοντά του πρεβαζάνικου κοινού, και κυρίως της νέας γενιάς, με το έργο του καλλιτέχνη που τόσο αγάπησε την Ήπειρο, συμβάλλοντας με τον τρόπο αυτό στη διαμόρφωση της καλλιτεχνικής και πολιτιστικής τους συνείδησης. Στην έκθεση οι επισκέπτες είχαν τη δυνατότητα να απολαύσουν τα ακόλουθα έργα:
| Διαλέγοντας χάβαρα, Πρέβεζα, 1950. |
Καΐτσα, κανόνι, 1944.
|
| Καρνάγιο, 1950. |
Οροπέδιο της Καράββας, μεταφορά εφοδίων, 1944.
|
| Ελαιώνας, Πρέβεζα, 1937. |
Βίνιανη Ευρυτανίας, 1944.
|
| Όργωμα, Ευρυτανία, 1944. |
Συσσίτιο στα Πετρίλια, Άγραφα, 1944.
|
|
Βοϊδάμαξα, Καρδίτσα, 1955.
|
Αλυκές Λευκάδος, 1960. |
| Γκούρα (Φενεός Κορινθίας), 1958. |
Άγραφα, 1950.
|
|
Τσοπάνηδες, Άγραφα, 1955.
|
Πάσχα στην Αράχωβα, 1955.
|
|
Μελίσσια, Κρήτη, 1957.
|
Αράχωβα, 1955.
|
|
Σαρακατσανοπούλα, Έβρος, 1955.
|
Τσοπανόπουλο, Άγραφα, 1944.
|
|
Γηρομέρι Θεσπρωτίας, 1953.
|
Φενεός Κορινθίας, 1958, η Ελένη Παπαδάκη φωτογραφίζει 3 κορίτσια. |
|
Σταφύλια, Μαρκόπουλο Αττικής, 1960.
|
Πατριάρχης Βαρθολομαίος.
|
|
Φλώρινα, 1944.
|
Καστοριά, 1956.
|
| Ανάσταση στο Γηρομέρι, Θεσπρωτίας, 1954. |
Ο ποιητής Αντώνης Δελλής.
|
| Αναστάσιμη Λειτουργία, Γηρομέρι, 1954. |
Άρης Βελουχιώτης, 1944.
|
| Το κέρασμα, Ιθάκη, 1959. |
Ο χαράκτης Δημήτρης Γαλάνης. |
| Αναστάσιος Ορλάνδος, αρχαιολόγος. |
Κούγκι, Μονή Σέλτσου, Ζάλογγο, 1937.
|
| Ο καθηγητής Ιωάννης Κακριδής. |
Το γεφύρι του Κοράκου στον Αχελώο, 1944. |
| Ο ποιητής Κώστας Βάρναλης. |
Αντάρτης του Ε.Λ.Α.Σ., 1944.
|
|
Γεώργιος Παπανδρέου.
|
Η αντάρτισσα Τιτίκα, Ρεντίνα, 1944.
|
|
Εργάτης στο Φάληρο, Αττική, 1955.
|
Ο βράχος και το κύμα, Πρέβεζα, 1937. |
|
Κοζάνη, 1955.
|
Αλυκές Λευκάδος, 1960.
|
|
Σπύρος Μαρινάτος, αρχαιολόγος.
|
Βοσκός στον Όλυμπο, 1970.
|
|
Άγιον Όρος, 1950.
|
Άγραφα, 1944.
|
| Κρητικός, παλαίμαχος της Ηπείρου, 1959. |
Σπύρος Μελετζής.
|
| Μεταφορά πολεμοφοδίων, 1940. |
|
Λίγα λόγια για τον Σπύρο Μελετζή
Γεννήθηκε στην Ίμβρο το 1906, όπου και τελείωσε το Δημοτικό και το Σχολαρχείο. Με την παραχώρηση της Ίμβρου στην Τουρκία (1923) καταφεύγει στην Αλεξανδρούπολη κι από κει στην Αθήνα. Μυείται στην τέχνη της φωτογραφίας από δασκάλους άξιους, καλλιτέχνες με υψηλή αισθητική, γνώσεις και πείρα του σκοτεινού θαλάμου, όπως ο φωτογράφος των ανακτόρων Μπούκας και ο Γεραλής.
Φαίνεται όμως πως δεν ήταν γεννημένος για τον κλειστό χώρο του στούντιο, γι' αυτό και η πρώτη φωτογραφική επαφή του με τη φύση και ειδικά την Ηπειρωτική γη, καθόρισε και τη μελλοντική πορεία της δουλειάς του. Μετά από περιοδεία και φωτογράφιση 22 μηνών, έκανε στα Ιωάννινα την πρώτη του έκθεση (1938), η οποία μεταφέρθηκε και στην Αθήνα, εντυπωσιάζοντας και αποσπώντας επαινετικές κριτικές. Έναν χρόνο μετά (1939) φωτογραφίζει την Κεφαλληνία και στην περίοδο της γερμανικής κατοχής ο φακός του καταγράφει την Αντίσταση του ελληνικού λαού. Μετά την απελευθέρωση φωτογραφίζει έργα Ελλήνων ζωγράφων του 19ου αιώνα. Το 1947 συνεργάζεται με το Ίδρυμα «Βασιλεύς Παύλος». Περιοδεύει φωτογραφίζοντας και εκθέτει τη δουλειά του από το Άγιον Όρος, τον Όλυμπο, τα Τέμπη, τις Κυκλάδες. Το 1950 συμμετέχει σε δύο ομαδικές εκθέσεις στην Αθήνα και την Κωνσταντινούπολη. Το 1951 οργανώνεται έκθεση στην Κύπρο. Το 1952 συμμετέχει, ως ιδρυτικό στέλεχος της Ελληνικής Φωτογραφικής Εταιρείας (Ε.Φ.Ε.), στο τμήμα φωτογραφίας παραδίδοντας μαθήματα σκοτεινού θαλάμου, αισθητικής και σύνθεσης. Το 1953 συμμετέχει σε εκθέσεις στο Ρότσεστερ, Μπέρμπιγχαμ και Μπουένος Άιρες, όπου αποσπά βραβείο και τιμητικές διακρίσεις. Το 1956 συμμετέχει με άλλους καλλιτέχνες και διανοούμενους σε αποστολή στη Μόσχα, όπου και εκθέτει έργα του. Επί υπουργίας Κωνσταντίνου Καραμανλή του ανατίθεται η φωτογράφιση όλων των δημόσιων έργων. Το 1957 η Διεθνής Ομοσπονδία Ερασιτεχνών Φωτογράφων (F.I.A.P.) του απονέμει τον τίτλο του «τεχνοκρίτη».
Από το 1960 και μετά το ενδιαφέρον του στρέφεται στη φωτογράφιση αρχαιοτήτων (αγαλμάτων, αρχαιολογικών χώρων, βυζαντινών μνημείων) και στην έκδοση οδηγών για το Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών, Δελφών, Ολυμπίας, Επιδαύρου, Κορίνθου, Μυκηνών, Ρόδου, σε συνεργασία με την Ελένη Παπαδάκη.
Το 1974 εκδίδει το λεύκωμα «Με τους αντάρτες στα βουνά» και το 1987 το βιβλίο με θέμα τον Όλυμπο. Το 1993 μετακαλείται στη Βιέννη από το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, όπου προς τιμήν του οργανώνεται ατομική έκθεση με θέμα την Ελλάδα. Το 1997 εκδίδεται, με τη συνεργασία των ανιψιών του Ελένης Αιματίδου-Αργυρίου, η οποία υπογράφει τα κείμενα, και Μαριάννας Αγγελοπούλου, το λεύκωμα «Ίμβρος» που είναι μια κατάθεση ψυχής στην ιδιαίτερη, σκλαβωμένη πατρίδα του. Κατά καιρούς έχει φωτογραφίσει τις σημαντικότερες προσωπικότητες, από βασιλείς και πολιτικούς μέχρι καλλιτέχνες και διανοούμενους. Διέτρεξε όλη την Ελλάδα, με αποτέλεσμα ολόκληρη σχεδόν η ελληνική γη και οι άνθρωποί της, με τα ήθη και τα έθιμά τους, να βρίσκονται καταγραμμένοι στο πλουσιότατο φωτογραφικό του Αρχείο.
Το έργο και η προσφορά του έχουν αναγνωρισθεί και ο ίδιος έχει κατ' επανάληψη τιμηθεί από διάφορους φορείς με κορυφαία τιμητική διάκριση την απονομή του Σταυρού του Φοίνικος από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κ. Κωστή Στεφανόπουλο, το 1995.
Στις 13 Νοεμβρίου του 2003, σε ηλικία ενενήντα επτά ετών, ο Σπύρος Μελεντζής ξεκίνησε για το τελευταίο ταξίδι του. Η πολιτεία του απένειμε την ύστατη τιμή, πραγματοποιώντας την κηδεία του δημοσία δαπάνη.
Σημείωση: Ευχαριστούμε το Ίδρυμα «Ακτία Νικόπολις» για το πολύτιμο υλικό που μας παραχώρησε. |